Ἡ Βασιλίδα των πόλεων και η Αρχόντισσα του Αιγαίου
Του Ισιδώρου Ιωάν. Πρωίου – Φιλολόγου
Ἡ Κωνσταντινούπολη χάρη στη θαυμάσια φυσική τοποθεσία της, τη γραφικότητα των παλαιών συνοικιών τῆς, τις µεγάλες ιστορικές αναμνήσεις και τον πλούτο των μνημείων της, διατηρεί µια γοητεία όσο λίγες πόλεις στον κόσμο και κατέχει µια εξαίσια θέση στην παγκόσμια ιστορία, γιατί γνώρισε τέσσερεις πολιτισμούς, τον αρχαίο ελληνικό, το ρωμαϊκό, τον βυζαντινό και τον τουρκικό, και άλλαξε στην πορεία των αιώνων ισάριθμα ονόματα: Βυζάντιο, Αντωνίνα, Κωνσταντινούπολη, Ισταμπούλ.
0 Μέγας Κωνσταντίνος εγκαθιστά την έδρα του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο και ιδρύει την Κωνσταντινούπολη. που ἤταν γραφτό να συνεχίσει ένδοξα επί χίλια και πλέον έτη τον ηγετικό ρόλο του ελληνικού έθνους στον κόσμο.
Ο Αλφρέδος Ραμπώ*, αναφερόμενος στον ιδιόμορφο ιστορικό ρόλο της βασιλίδας των πόλεων, λέει: «Μεταξύ των δύο ηπείρων, η Κωνσταντινούπολη είναι σαν ζωντανός βλαστός στο µέσο δύο κοτυληδόνων: κατεργάζεται, µεταπλάσσει και αφομοιώνει τα ετερότροπα στοιχεία των επαρχιών της Ασίας και της Ευρώπης».
Ἡ πρώιμη βυζαντινή ιστορία δεν είναι η ιστορία ενός λαού, αλλά η ιστορία του πολιτισμού, που δεν είναι αποκλειστικά ρωμαϊκός, ελληνικός ἢ ασιατικός, αλλά ο πολιτισμός που σημειώνει σταθερά την τάση να συγχωνεύσει τις ποικίλης προέλευσης παραδόσεις στη χοάνη της ελληνικής διανόησης και της ελληνικῆς παιδείας.
Εδώ στο όριο της Ευρώπης, που αφειδώλευτα απλώνεται η Επτάλοφη, υψώθηκε επί αιώνες ο προμαχώνας της ελευθερίας και του πολιτισμού, και ο πελώριος κυματοθραύστης που ανέκοπτε την πλημμύρα ποικιλώνυµων βαρβάρων (Γότθων, Ούνων, Αβάρων, Αράβων, Σλάβων, Βουλγάρων). Κι εδώ δόθηκε ένα µάθηµα ελευθερίας µε την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων και την αναγνώριση στον άνθρωπο δικαιωµάτων.
Κατά τη διοικητική διαίρεση του κράτους, επί Μεγάλου Κων/νου, η Χίος περιλαμβανόταν στη λεγόμενη Κιβυρραιωτική επαρχία των νήσων µε πρωτεύουσα τη Ρόδο και είχε απὀ τότε επίσκοπο.
Είναι γενικά γνωστό ότι ο Κωνσταντίνος πήρε απὀ τα νησιά πολλά έργα τέχνης, για να στολίσει τη νέα του πρωτεύουσα.
Επί Θεοδοσίου του μικρού (401-450), οι αρχαιολόγοι των Ανακτόρων πήραν από τη Χίο ό, τι αξιόλογο έργο τέχνης είχε απομείνει ακόµη στο νησί. Συγκεκριμένα, οι τέσσερεις ολόχρυσοι ίπποι, που στόλιζαν τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, απὀ τη Χίο είχαν μεταφερθεί, καθώς και τα τέσσερα πιο μικρά χρυσοβαμµένα ἀλογα που συμπλήρωναν τη διακόσμηση του Ιπποδρόμου.
Στους χρόνους της βασιλείας του Ιουστινιανού. που ανήλθε στον θρόνο το 527 και ῆταν αυτοκράτορας µέχρι το τέλος της ζωής του (565), αναφέρεται µια χιακή παράδοση για τον στρατηγό του Βελισσάριο, ότι δηλαδή ο στρατηγός αυτός, ξεκινώντας απὀ την Κωνσταντινούπολη, µε προορισμό την Αφρική, πέρασε απὀ τη Χίο και τὀτε έχτισε το κάστρο της Βολισσού, στις ακτές της οποίας σώθηκε από τρικυμία. Και αυτό βέβαια φαίνεται κάπως απίθανο και μάλλον από παρετυµολογία –σύνηθες φαινόμενο των χρόνων εκείνων-, δημιουργήθηκε η παράδοση ότι το χωριό πήρε το όνομά του από το όνοµα του στρατηγού (Βελισσάριος > Βελισσός > Βολισσός).
Στις αρχές του 7ου αιώνα εμφανίζονται στο Αιγαίο οι ΄Αραβες. Η Χίος, που απὀ την εποχή αυτή αποτελούσε τμήμα «του θέματος» (διοικητικῆς περιφερείας) του Αιγαίου, µε πρωτεύουσα την ΄Αβυδο, βρισκόταν στη διάκριση των Αράβων πειρατών, καθώς και όλα τα άλλα νησιά του Αιγαίου. Οι επιδρομές επιτείνονται µετά την κατάληψη της Κρήτης από τους ΄Αραβες το 823, την οποία χρησιμοποιούν ως ορμητήριο για την πειρατική τους δράση στο Αιγαίο. Το Βυζάντιο, απασχολημένο µε την αντιμετώπιση των πολλών εχθρών του στα σύνορα των Ἠπειρωτικών του χωρών, δεν µπορεί να προασπίσει αποτελεσματικά και να προστατεύσει τη Χίο και τα άλλα νησιά του Αιγαίου από τη μάστιγα των αραβικών επιδρομών.
Μετά την απελευθέρωση όµως της Κρήτης (961) από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, αποδίδεται στο Αιγαίο η ποθητή ειρήνη και ασφάλεια. Η Χίος βρίσκεται πλέον υπό το άµεσο κράτος της Πόλης και το 10ο αιώνα, καθίσταται ισχυρό κρατικό κέντρο.
Η θωράκιση της πόλης και του λιμανιού τής, µε την ανέγερση ισχυρού φρουρίου, την εποχή αυτή αρχίζει να επιτελείται.
Όταν στα µέσα του 11ου αιώνα ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος βρισκόταν εξόριστος στη Λέσβο, είχε ακούσει µια προφητεία απὀ τρεις Χιώτες μοναχούς, τον Ιωάννη, τον Ἰωσήφ και των Νικήτα. οι οποίοι είχαν βρει, εχεί που είναι σήµερα η Νέα Μονή, άφλεχτη, στη φλεγόμενη µυρτιά την εικόνα της Παναγίας. Η προφητεία τους έλεγε ότι ο Μονοµάχος θα γίνει αυτοκράτορας. Ο Κωνσταντίνος υποσχέθηκε στους μοναχούς ότι, εάν επαληθευθεί η προφητεία τους θα οικοδοµήσει µε δαπάνες του περικαλλή ναό στον τόπο εκείνον. Όταν ανακηρύχτηκε το 1042 αυτοκράτορας του Βυζαντίου, µε το όνοµα Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονοµάχος, δεν ελησμόνησε την υπόσχεσή του και µετά από λίγο χρόνο από την ενθρόνισή του άρχισε η οικοδόμηση του ναού, µε τεχνίτες που έφτασαν στη Χίο απὀ την Πόλη. Δυστυχώς ο αυτοκράτορας πέθανε το 1055, οι εργασίες της ανέγερσης του μεγαλοπρεπούς ναού δεν είχαν ολοκληρωθεί. Οι εργασίες για την ολοκλήρωση του οικοδομήματος συνεχίστηκαν µε τη φροντίδα και τις δαπάνες της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, αδελφής της συζύγου του µονοµάχου. της Ζωής.
Καρπός λοιπόν της ευλάβειας, της συνέπειας και της ευγνωμοσύνης του αυτοχκράτορα είναι ο αφιερωμένος στην Παναγία, Ναός της Νέας Μονής, της οποίας ο πανηγυρικός εορτασμός γίνεται στις 25 Αυγούστου. Μνημειώδης είναι η καλλιτεχνική αξία και η ιστορική σημασία του, καθώς και η αξία των ψηφιδωτών και των εικόνων. Το μνημείο αυτό αποτελεί το σέµνωµα της Χίου.
Τον 11ο αιώνα η Χίος εξελίσσεται σε έδρα ξεχωριστού «θέματος». Τα χρυσόβουλλα, τα οποία εκδίδονται για τη Νέα Μονή κατά τον αιώνα αυτόν και τα οχυρωματικά έργα που γίνονται, μαρτυρούν τη σπουδαιότητα που έχει η Χίος για την Κωνσταντινούπολη την εποχή αυτή.
Οι Βενετοί τον επόμενο αιώνα επιχειρούν δύο φορές να καταλάβουν το νησί (1125 και 1171) χωρίς να το επιτύχουν.
Μετά την κατάλυση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους (1204) και την ίδρυση του ομώνυμου λατινικού κράτους, η Χίος υπάγεται σ᾿ αυτό, αλλά η οικονομική εκμετάλλευση των προσόδων της εκχωρείται στους Βενετούς. Το 1247 όµως απελευθερώνεται το νησί απὀ τον βασιλιά του κράτους της Νίκαιας Ιωάννη Δούκα Βατάτζη.
Το 1261 καταλύει το κράτος των Λατίνων ο στρατηγός του βασιλείου της Νίκαιας
Αλέξιος Στρατηγόπουλος και απελευθερώνει την Πόλη.
Ἡ Χίος, αφενός λόγω της γεωγραφικής θέσης τής, που είναι πολύ σηµαντική για το εμπόριο την εποχή εκείνη -βρίσκεται κοντά στη Σμύρνη και στο πέρασμα του δρόμου απὀ το νότιο Αιγαίο προς την Κωνσταντινούπολη και τη Μαύρη Θάλασσα- και αφετέρου λόγω των προϊόντων της, όπως τα φημισμένα κρασιά της, τα εξαιρετικής ποιότητας µάρμαρά της και η πολύτιμη µαστίχα της, θα αποτελέσει το μήλο της έριδας μεταξύ των ιταλικών πόλεων – κρατών της Βενετίας, της Γένοβας και της Πίζας.
Οι Γενουάτες καταλαμβάνουν τη Χίο το 1346 και θα διατηρήσουν την κατοχή της µέχρι το 1566. Έτσι η Χίος αποκόπτεται διοικητικά από την Κωνσταντινούπολη.
Το 1566 καταλύεται από τους Τούρκους η κυριαρχία των Γενουατών στη Χίο. Στις 17
Απριλίου 1566 ο Πιαλή πασάς, επικεφαλής 120 γαλερών, κυριεύει τη Χίο. Τοιουτοτρόπως η Χίος ακολουθεί τη µοίρα της Πόλης.
Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης τουρκοκρατίας ζουν πάρα πολλοί Χιώτες στην Κωνσταντινούπολη. Πολλοί απ᾿ αυτούς διακρίνονται στην κοινωνική και ιδιαίτερα στην εμπορική και οικονομική ζωή της Πόλης. ΄Αλλοι, χάρη στη µόρφωσή τους, καταλαμβάνουν δηµόσια αξιώματα και μερικοί μάλιστα το αξίωμα του Μεγάλου Δραγουμάνου στην Υψηλή Πύλη. Χιώτες γιατροί, όπως ο Δομήνικος Συγγρός (πατέρας του Ανδρέα) και ο Ἰωάννης Βούρος, προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο οθωμανικό παλάτι. Όλοι αυτοί, µε τη φρόνηση τους και την ισχύ και το κύρος που έχουν στο σουλτανικό περιβάλλον, θα ενδιαφερθούν για την τύχη της ιδιαίτερης πατρίδας τους και θα συμβάλουν, μαζί µε άλλους λόγους, στο να διαμορφωθεί ηπιότερης µορφής τουρκική κατοχή στη Χίο µε τη χορήγηση προνομίων απὀ το Σουλτάνο σ’ αυτή.
Ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγµα αναφέροµε τον δαιμόνιο και αυτοδημιούργητο Χιώτη Ανδρέα Συγγρό*, ο οποίος µε την σπάνια οξύνοιά του, την ακάµατη εργατικότητά του και την απαράμιλλη επιχειρηµατικότητά του κρατούσε στα χέρια του τα σκήπτρα της Οθωμανικῆς οικονοµίας.
Πολλοί απὀ αυτούς επιδίδονται συστηματικά και μεθοδικά στη ραγδαία ανάπτυξη του εμπορίου, της εμπορικής ναυσιπλοΐας και τής οικονοµίας και µε τον πλούτο που αποχτούν γίνονται περιώνυµοι, αξιοπρόσεκτοι και ιδιαίτερα χρήσιμοι στην κοινωνία και στην Υψηλή Πύλη.
Μεγάλη μεταναστευτική κίνηση Χιωτών προς την Πόλη και µάλιστα στη νήσο Χάλκη σημειώνεται το 1770 κατά τα Ορλωφικά.
Επίσης πολλές οικογένειες, που γλύτωσαν από τις σφαγές της Χίου το 1822, μετανάστευσαν στην Κων/πολῃ.
Θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε δύο χαρακτηριστικά γεγονότα. απ᾿ αυτά που σημειώνονταν τακτικά κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας στην Κωνσταντινούπολη, ενδεικτικά της παρουσίας των Χιωτών στην Πόλη και των σχέσεων αυτῆς µε τη Χίο.
Ένας από τους πιο περίφημους ερηµίτες, που ζούσαν στη Χάλκη, ἤταν ο πατέρας Ευστράτιος, γεννημένος στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Όταν γύρισε στην Κων/πολη, ανέλαβε µια πολύπλευρη δράση. «Μετά την άλωση και τον εξανδραποδισµό της Χίου τον Μάρτιο του 1822 -γράφει ο Κασσανδρείας Ειρηναίος- μεταμφιεσμένος σε οθωμανίδα ζητιάνα και φορώντας φερετζέ, στεκόταν στην είσοδο των τζαμιών και µε την πρόφαση ότι ζητούσε ελεημοσύνη, επισήµαινε τις κοπέλες από τις αιχµάλωτες της Χίου, που είχαν εκτουρκιστεί, τις οποίες απελευθέρωνε εξαγοράζοντάς τες µε τη βοήθεια πλούσιων Ἑλλήνων και ιδιαίτερα Χιωτών της Κωνσταντινούπολης και τις αποκαθιστούσε παντρεύοντάς τες µε νέους χριστιανούς ή τις απέστελλε στις μονές της Χίου,
εάν επιθυμούσαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους στο Θεό».
Ο νεομάρτυρας Δημήτριος ο Χιοπολίτης γεννήθηκε το 1780 στη Χίο. Νεαρός πήγε στην Πόλη να εργαστεί κοντά στον έµπορο αδελφό του. Αργότερα. όπως αναφέρει ο Αθανάσιος ο Πάριος, µια νεαρή μουσουλµάνα τού ενέπνευσε παράφορο έρωτα και τον κατάφερε να αλλαξοπιστήσει. Μετά όµως απὀ λίγο καιρό, μεταμελημένος ο Δημήτριος παρουσιάστηκε στον Καϊμακάμη και του ανέφερε ότι, ύστερα από ψυχολογική βία, τον εξανάγκασαν να ασπασθεί τη µιαρή και καταφρονεµένη θρησκεία, όπως τη χαρακτήριζε ο ίδιος, αλλά εκείνος ἤταν και είναι χριστιανός και θέλει να πεθάνει ως χριστιανός.
Τότε προφυλακίστηκε και παρά τις κολακείες των Τούρκων και της νεαρής εκείνης µουσουλµάνας, για να αλλάξει γνώμη, εκείνος επέμεινε και καρατοµήθηχε στις 29 Ιανουαρίου 1802 στο Μπαλούκ παζάρι της Πόλης, ενώπιον μεγάλου πλήθους. Το αποκεφαλισμένο σώμα του ενταφιάστηκε. µε τη φροντίδα Χίων εμπόρων, στο νησί Πρώτη στη Μονή της Μεταμόρφωσης. Το 1813 µεταφέρθηκε το λείψανό του από την Πρώτη στο μοναστήρι της Καμαριώτισσας στη Χάλκη, όπου φυλασσόταν. Σήµερα είναι άγνωστο, ύστερα απὀ τις περιπέτειες της μονής της Χάλκης και της Ρωμιοσύνης της
Πόλης, πού βρίσκονται τα οστά του νεοµάρτυρα.
Η Κωνσταντινούπολη επί σειρά αιώνων υπήρξε η κιβωτός των αιώνιων αξιών, των αθάνατων
αρχών και των ακατάλυτων ιδεωδών του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, και ο τηλαυγής φάρος που εξέπεμπε το Φως του σ᾿ ολόκληρη την Οικουµένη. ΄Ἠταν το πνευματικό, πολιτικό και οικονομικό κέντρο του κόσμου. η µεγάλη εστία του παγκόσμιου πολιτισμού. Η μοναδικότητα του ρόλου που διαδραμάτισε στην ιστορία της ανθρωπότητας, την κατέστησε ένδοξη και αθάνατη, την περιέβαλε µε την αίγλη του θρύλου και του μύθου και την τοποθέτησε και την εδραίωσε σ᾿ ένα από τα υψηλότερα βάθρα της μνήμης των ανθρώπων όλων των εποχών.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ο Α΄ (4948-1972), απευθυνόμενος σε επίδοξο συγγραφέα βιβλίου για την Κωνσταντινούπολη, γράφει παραινετικά τα εξής:
«Είναι δύσκολο έργο ένα βιβλίο για την Πόλη. Είναι σφραγισμένο µε επτά σφραγίδες και δεν ανοίγει εὐκολα τις σελίδες του. Και µόνο για να βρεις αυτό το βιβλίο, θα γυρίζεις και θα γυρίζεις την Πόλη, χωρίς να οµιλείς. Θα ανεβαίνεις και θα κατεβαίνεις λόφους. Θα προχωρείς σε καλντερίµια, θα σταµατήσεις σε πόρτες χορταριασµένες, που δεν πατούν πόδια ανθρώπων, θα ζητῆσεις παλιά αρχοντικά και κονάκια, που έχουν µέσα τους τις σκιές του παρελθόντος, και θα µπεις σε αυλές τουρκικών σπιτιών. Θα φέρεις γύρω την Πόλη, µε τα πόδια και µε τη σκέψη, και θα τη σφίγγεις στην αγκαλιά σου και θα τη φιλείς σαν τα τρία νερά του Κερατείου, του Βοσπόρου και της Προποντίδας, που καταφιλούν τις ακρογιαλιές της, ώσπου να αρχίσεις να ακούς φωνές μυστικές. Αλλά και πάλι δε θα έχεις γυρίσει την πρώτη σελίδα».
———————————————————-
*Ο Αλφρέδος Νικόλαος Ραμπώ (1842-1904), Γάλλος, συγγραφέας και διάσηµος βυζαντινολόγος.
*Passim «Το Σταυροδρόμι των Ρωμιών της Πόλης» µυθιστόρηµα της Ελένης Κεκροπούλου